Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΌ ΤΗΣ ΣΙΛΙΑ

K Υ Π Ρ Ο Σ , αγαπημένη! "Το μυστικό της Σίλια"




Φίλες και Φίλοι,


όπου κι αν είστε, να περνάτε καλά!


Αυτόν τον μήνα, η σκέψη μου γυρίζει "νευρικά" στην Κύπρο, κι ας μην είμαι Κύπρια!


Είμαι Ελληνίδα, και πονώ για ότι ανήκει στο Ελληνικό Χώρο και στο Ελληνικό Πνεύμα.




Στο πρόσφατο παρελθόν, είχα εκδώσει ένα βιβλίο με το βραβευμένο διήγημα:


"Κερύνεια Δάκρυα" (η Κηρύνεια, Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, νομού Αχαϊας, είναι η πρωταρχική Κερύνεια, απ' όπου ακολούθησε η Κυπριακή Κερύνεια... μια ιστορία που αναδύεται πάλι μέσα από την κατοχή της Κύπρου από τους Τούρκους...)


Μετά απ' αυτό, μια σύμπτωση μου δημιούργησε να γράψω μία καινούρια ιστορία πάλι γύρω από το τραγικό γεγονός και πώς άλλαξε η ζωή μιας παιδούλας που την φυγάδευσε ο "Ερυθρός Σταυρός" στην γνωστή σε όλους Αστόρια της Νέας Υόρκης.


Φυσικά, το όνομά της δεν αναφέρεται ολόκληρο, μ' αυτό δεν έχει τόση σημασία...


Να μου επιτρέψετε να σας το παρουσιάσω σε μερικές συνέχειες (είναι περίπου 9 σελίδες) και θα χαρώ ν' ακούω από σας


Πάντα με την αγάπη μου,


Υιώτα




ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΙΛΙΑ


Συνηθισμένη και ταυτόχρονα αγαπημένη, η βόλτα στο «Πάρκο του Σωκράτη», τα βραδάκια, ιδίως τις Κυριακές. Όποιος έχει γεννηθεί κοντά στη θάλασσα και στην ενήλικη ζωή του την στερείται, το πάρκο, που λούζει τη βορεινή του ακτή ο Ανατολικός ποταμός, -ο «΄Ηστ Ρίβερ της Αστόριας», είναι η ιδανική εναλλαγή.
Σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, η ιδέα του πάρκου δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Ήταν ένα βουνό από σκουπίδια, συλλογή θαρρείς από ρόδες αυτοκινήτων, με διάφορα άχρηστα οικοδομικά υλικά, μ’ ένα σκληρό γρασίδι κι αγριόθαμνους που τα συντηρούσε η εκάστοτε βροχή κι η υγρασία του ποταμού, με κρυφές φωλιές αρουραίων και κουναβιών, και με κάτι κουνούπια -μεγάλα σα μικρά «αεροπλάνα»- να δεσπόζουν με το βουητό τους στον ανοιχτό χώρο...

Παράλληλα με τον Ήστ Ρίβερ, ήταν το Βέρνον Μπούλεβαρντ, δρόμος για τους οδηγούς που τρέχουν να προφτάσουν -άραγε τί; Μου έχει μείνει ένα «κουσούρι» από μια νοσοκόμα που έτρεχε… να προφτάσει τι;…- και κατά μάκρος του μπουλεβάρτου, οι πολυκατοικίες με τα χαμηλά ενοίκια. Πού και πού ξύλινες μονοκατοικίες, και «μαγαζιά-ντέλι» για ένα καφέ, αβγά τηγανιτά, σόδα και «σάντουιτς» για όσους εργάζονταν εκεί γύρω, κυρίως έγχρωμοι και ισπανόφωνοι που αναζητούν μεροκάματο. Ένα μικρό εργοστάσιο επιδιορθώσεων αυτοκινήτων, στη γωνία του Βέρνον και της λεωφόρου Μπρόντγουέι είχε τους μοναδικούς έλληνες, για την περιοχή. Ιδιοκτήτης, ο κυρ-Μαθιός, ένα καλοσυνάτος άνθρωπος, γνωστός για την γενναιοδωρία του σ’ όλη την περιοχή. Μιας και το γραφείο με την αποθήκη ηλεκτρικών υλικών του άνδρα μου, ήταν πέντε λεπτά πιο κάτω, φυσικό ήταν να γνωριζόμαστε με τον κυρ-Μαθιό και να τα λέμε...
Εκεί φύτρωσε και η ιδέα να καθαριστεί ο χώρος, και να ζητήσουν από το ανάλογο γραφείο της Νομαρχίας άδεια ενοικιάσεως του χώρου με προοπτική πάρκου για να εκθέτουν τα δημιουργήματά τους οι επίδοξοι Νεο-Υορκέζοι καλλιτέχνες.
Ένα δολλάριο ήταν το συμβολικό ενοίκιο και με την ευχάριστη αναστάτωση που φέρνει η καθαριότητα μαζί με ένα μεγαλόπνοο όραμα, σε δυο-τρία χρόνια, αυτός ο ακατάλληλος τόπος έγινε χώρος για τους αρχάριους μα ταλαντούχους καλλιτέχνες και γλύπτες! Όαση για φωτογράφους ερασιτέχνες, όπως κι εγώ! Η δε νεολαίοι, ζητούσαν προσφορές από όποιον μπορούσαν για ν’ αγοράσουν και να φυτέψουν βολβούς και διάφορα ανθεκτικά στις εποχές φυτά στον περίγυρο του χώρου, ν΄αγοράσουν ακόμη και να χτίσουν πέτρινα καθίσματα και τραπεζάκια..
Ο χώρος αυτός, με την πανέμορφη θέα του ανατολικού ποταμού «Ήστ Ρίβερ» ( το παρακλάδι που ανοίγει ο Χιούστον, μια θάλασσα με όχθες … ) που αντανακλούσε στα νερένια στήθια του την απαράμιλλη πόλη της Νέας Υόρκης, όπου τα αμφίρροπα νερά του (μόνο το μοίρασμα των νερών στα δύο, με το ένα μισό να κινείται για τη πόλη Νέα Υόρκη και το άλλο μισό να κυλάει
αντίθετα για τον Ατλαντικό Ωκεανό, με τα ανήσυχα γλαροπούλια, τις πολύχρωμες πάπιες, και τα διαφόρων μεγεθών ιστιοφόρα...και «βαρκόπουλα» ήταν αρκετό για να χαλαρώνει τον νου και να συνταξιδεύει με τα πτερωτά που βουτούσαν κάθετα για ψάρια ...) ο χώρος, λοιπόν, αυτός έγινε η ψυχή του πάρκου που έξυπνα ονομάστηκε «Πάρκο του Σωκράτη»...

Η Σίλια, πάντα μ’ ένα κιτρινάκι φόρεμα και τα κατάξανθα κυματιστά μαλλιά απλωμένα στους συριστικούς ανέμους, μ’ ένα τετράδιο σκίτσων κι ένα μισοτελειωμένο μολύβι, καθισμένη σ’ ένα πατικωμένο στρογγυλό βυσσινί μαξιλάρι στον κάπως άβολο βράχο, σκεφτόταν, κοιτάζοντας βαθιά στον ορίζοντα... Δεν ήταν η πρώτη φορά που την βλέπαμε εκεί, καθισμένη στην ίδια πάντα θέση, με την πλάτη γυρισμένη στον όποιο επισκέπτη του πάρκου, τα στρογγυλά γόνατα ενωμένα, oι μακριές γάμπες της θαρρείς λευκές ιωνικές κολώνες, τα παπούτσια δίπλα, και τις μύτες των ποδιών περίεργα γυρισμένες προς τα μέσα...
Ο Δημήτρης συχνά είχε προσπαθήσει να με κάνει να της μιλήσω, μα εκείνη η ίδια πάντα στάση, εκείνο το ανέκφραστο πρόσωπο με το πηγούνι σχεδόν στον αέρα, ήταν σαν να μου έκοβε τα φτερά.. και -πιστέψτε με- συνήθως πρώτη αρχίζω δήθεν, με μια απλή συζήτηση, όταν θέλω να πλησιάσω κάποιον. Περπάτησα προς το μέρος της…
–Σε βλέπω, δεν θα «γλυτώσει» η κοπέλα, μου είπε, ...κι εγώ, θα πάω να φέρω νερό από τη γωνία, να σου δώσω λίγο καιρό... Πλησίασα κάπως συνεσταλμένα κι άρχισα να της μιλώ στην αγγλική.
–Πολλές φορές σας έχω δει σ’ αυτό τον βράχο... δεν θέλω να σας ενοχλήσω... μα εκείνο που με κάνει να απορώ περισσότερο, δεν είναι το ότι κάθεστε πάντα σ’ αυτό το βραχάκι, ενώ έχει εδώ κοντά και τα πέτρινα καθίσματα... είναι που αυτό το ρηχό πηγάδι ακριβώς πλάι σας, έχει γεμίσει παλιόξυλα και σάπια χόρτα από την ρουφήχτρα του ποταμού... την άλλη φορά μάλιστα, είχαμε δει κάτι θρεμμένα ποντίκια, τόσο συχαμερά, που έτριξαν τα δόντια μου... Ξέρεις, το μαγαζί του άνδρα μου, Δημήτρη τον λένε, δεν είναι μακριά από ’δώ... όπου νάναι, θα γυρίσει, πήγε να πάρει δυο μπουκάλια νερό...
-Τον ξέρω... απάντησε, κοιτάζοντάς με στα γρήγορα, ήταν φίλος του κυρ-Μάθιου...
Δεν είχα καταλάβει ότι μου απάντησε στην ελληνική, και σχεδόν βιαστικά την ξαναρώτησα
-Μα έχει πεθάνει τρία-τέσσερα χρόνια πριν... πώς τον ξέρατε; Είστε συγγενείς; Ποτέ δεν μας μίλησε για σένα... ήταν θείος σας;
-Θετός πατέρας μου ήταν! Σας έχω δει που με κοιτάτε κάθε φορά που συναντιώμαστε εδώ, και σας ευχαριστώ που δεν είστε περίεργοι...
-Είμαστε! Και οι δύο! Είπα βιαστικά και δάγκωσα την γλώσσα μου! –Συγγνώμη, δεν το εννοούσα όπως ακούστηκε! Συνέχισα ...
-Μη νοιάζεστε, ξέρω για σας από τον Μάθιου, έμαθα, μα δεν ήθελα να κάνω εγώ την αρχή... «…όταν τους χρειαστείς, θα σε βοηθήσουν...» μου είχε πει μα δεν χρειάζομαι τίποτα. Δυσκολευόταν, πράγματι να μιλήσει, να εκφράσει κάτι περισσότερο. Η φωνή της, χαμηλή, σαν να τραύλιζε.
(Μπορεί επειδή θέλει να τα πει στα ελληνικά, ίσως για να μην ακούει κάποιος από ‘δω γύρω..., σκέφτηκα και τη ρώτησα)
-Αν θέλεις, μου απαντάς στην αγγλική... Γρήγορα με διέκοψε: -Δεν είναι αυτός ο λόγος. Για χρόνια, δεν μιλούσα καθόλου... μόνο με νοήματα... κι ένα «ναι» ή «όχι»...
–Ναι, μα καταλαβαίνεις και τις δυο γλώσσες... Τί σου συνέβη; Θέλεις να μας μιλήσεις; Αφού λες ότι μας ξέρεις και σου έχει μιλήσει κι ο κυρ-Μάθιου, μπορείς να μας εμπιστευθείς... δεν λέω ότι θα καταφέρουμε πολλά, μα πού ξέρεις, μπορεί να βοηθήσουμε σε κάτι... όμως, σε πειράζει αν φύγουμε λίγο μακρύτερα απ’ αυτό το μαύρο πηγάδι, κάπως με κάνει ν’ ανατριχιάζω... Το θυμάμαι από τότε όπου «επίδοξοι καλλιτέχνες» ήθελαν να φτιάξουν ένα «ζωντανό» γλυπτό στην όχθη, μα τους νίκησε το νερό του ποταμού... καμιά φορά νεαρούδια έρχονται και πετάνε πέτρες, και φοβίζουν κάτι βατράχια που έχουν συνηθίσει ν’ αρπάζουν παραπλανημένα ψαράκια...
-…τα έχω δει, χαζεύω μαζί τους, είπε ...
–Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι; Τόλμησε κι ο άνδρας μου. Πώς τα καταφέρνεις, μόνη σου, διότι σε βλέπω συχνά εδώ, άρα δεν δουλεύεις κάπου, πώς ζεις, εννοώ...
Τον κοίταξα έκπληκτη. –Τζίμη, αν θέλει η κοπέλα, θα μας πει... μη την πιέζουμε!
– Εσείς οι δυο, μιλάτε τόση ώρα, κι εγώ... μα, τί είπα ο άνθρωπος! Είναι βασικές ερωτήσεις... και τον Μάθιου τον γνώριζα χρόοονια!
-Με λένε Σίλια... Βασιλική... έχω το όνομα της γιαγιάς μου... ήταν χρόνια πολλά πριν, στο Κάιρο... ξέρετε πού είναι;
Βροχή ακολούθησαν οι ερωτήσεις, δίχως δεύτερη σκέψη ότι μπορεί να είμαστε πραγματικά ενοχλητικοί! Μα, μας είπε ότι κι αυτή ήθελε να μας μιλήσει!, καλά την κατάλαβα!
Από την Αίγυπτο είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο, η γιαγιά, κι οι γονείς με το πρωτογιό τους, το Μιχαλάκη! Είχαν αγοράσει ένα βολικό σπίτι στο Συχαρί, στη ράχη του Πενταδάκτυλου, κοντά στα τρία στρατόπεδα, σε καλή τιμή। Ο πατέρας, άνοιξε ένα κατάστημα ρούχων στην άκρη της Κερύνειας και πηγαινορχόταν κάθε μέρα, καλόβολος κι αγαπητός. Η Γιαγιά, άφησε την ευχή της στον αγαπημένο της Μιχαλάκη, κι έφυγε νωρίς... Η μάνα, λες κι ήταν τάμα, μετά από λίγο καιρό, γέννησε την Σίλια, ένα χιονάτο κορίτσι που μεγάλωνε και ψήλωνε, λες και το τραβούσες από τα μαλλιά. Ακριβώς τέσσερα χρόνια χώριζαν τα δυο αδέλφια, που έτυχε να έχουν τα ίδια γενέθλια... «...δεκαεννιά του Ιούλη το 1962 γεννήθηκα...» είπε η Σίλια και σαν τρένο ταχείας έλεγε, έλεγε, δίχως να σταματάει για μια κάποια ανάσα...

Μας είπε για την τεράστια συκιά που συνόρευε με την πίσω αυλή τού Σέην, -του ορφανού από πατέρα συνομήλικου φίλου του αδελφού της... για την τετράγωνη «κρεβάτα» -ένα είδος μπαλκονάκι με σανίδες πάνω στα ανοιχτά κλαδιά της συκιάς για τις καυτές μέρες του καλοκαιριού, για τη φορητή ξύλινη σκάλα που ανεβοκατέβαιναν στο διπλανό ξεροπήγαδο όταν έπαιζαν ή για να φτάσουν τη μπάλα που έπεφτε μέσα όταν η ...κλωτσιά των αγοριών ήταν δυνατότερη κι άστοχη,...
είπε για τον ξύλινο φράχτη που του είχαν κάνει μια τρύπα αρκετά μεγάλη να περνο-διαβαίνουν οι δυο φίλοι μετά από το σχολείο και να τα λένε...

Όταν η Σίλια άρχισε να θυμάται, οι μνήμες της ανακατεύονταν τόσο που μερικές φορές αγωνιζόμαστε να παρακολουθήσουμε το τί μας έλεγε, βιαστική όπως ήταν να μοιραστεί τα παιδικά της χρόνια μαζί μας... Ήξερα ότι αυτή η πλημμύρα θα έπρεπε να τελειώσει κάπου, να φτάσει στην έξοδο που εκείνη ήθελε, αφού δεν μας άφηνε περιθώριο να ρωτήσουμε για κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες.

Το ηλιοβασίλεμα, στην απέναντι όχθη του Ήστ Ρίβερ, κραύγαζε από ομορφιά. Γλαροπούλια κι αγριόπαπιες έριχναν κάθετες βουτιές στο νερό, θρυμματίζοντας τις πολύχρωμες φιγούρες που αντανακλούσαν την πασίγνωστα πολύβουη πόλη της Νέας Υόρκης.
Τα κουνούπια όμως, άρχιζαν να μας τριγυρίζουν, και η παρουσία μας σ’ εκείνη την άκρη, ήταν ότι το ...καλύτερο γι αυτά...

–Σίλια, ξέρεις, είμαι αλλεργική στα τσιμπήματα των κουνουπιών, θάθελες να τα πούμε κάποια άλλη μέρα, ή έστω κι αύριο το απόγευμα, κάπως νωρίτερα...

Ξεδίπλωσε τα λευκά, μακριά πόδια, φόρεσε τα πέδιλα, πρόσφερε το χέρι και με μια παιδική θαρρείς ευτυχία που φώτιζε το αρυτίδιαστο πρόσωπό της, συμφώνησε χαμογελώντας.
–Ναι, θ’ αγοράσω και μπισκότα, να σας κεράσω!

Σφίχτηκα στο μπράτσο του άνδρα μου, άφωνη. Διαισθανόμαστε ότι η μεγαλο-κοπέλα αυτή ήθελε κάτι περισσότερο από μια επικοινωνία. Αφήσαμε τη βραδιά να κυλήσει δίχως πολλά σχόλια, αναμεταξύ μας. Η αυριανή μέρα δεν ήταν πολύ μακριά.

Αυτή τη φορά, η Σίλια είχε φέρει μαζί της κάτι κιτρινισμένα χαρτιά. Τ’ άπλωσε στο τσιμεντένιο παγκάκι, κι η έκπληξή μας ήταν ότι ήταν μια εξαιρετική αυτοδίδακτη σκιτσογράφος. –...δεν τα έχω δείξει σε κανένα, ούτε και στον κυρ- Μάθιου, μας είπε.

–Μα, για στάσου, καλή μου, ΠΩΣ τα κατάφερες να ζεις όλα αυτά τα χρόνια; ... δίχως εργασία... δίχως επικοινωνία... κι ο Μάθιου; Πως έκρυβε έναν ολόκληρο άνθρωπο, και μάλιστα μια τόσο όμορφη κοπέλα; ρώτησε ο Δημήτρης.

Το πρόσωπό της συννέφιασε.
-...θα φτάσω κι εκεί... μη βιάζεσαι! Πρέπει να σου εξηγήσω πώς έφτασα εδώ και πώς γνώρισα τον Μάθιου! ... Πρώτα, κοιτάξτε εδώ: αυτά τα σκίτσα είναι οι φωτογραφίες που ποτέ μου δεν πήρα μαζί μου, όταν ξετρελαμένη έφυγα από το νησί! Αυτοί, είναι οι δικοί μου άνθρωποι.
Η γιαγιά, όπως τη θυμόμουν, ο πατέρας, η μάνα μου -που πέθανε κι αυτή όταν ήμουν δέκα χρονών-, ο αδελφούλης μου...
Εκεί, η φωνή της κόπηκε. Μετά από δυο λυγμούς, άρχισε να κλαίει, να μισο-καταπίνει τις λέξεις... να σκουπίζει τα δάκρυα...να ξαναρχίζει.
Ο άνδρας μου, δεν άντεχε κι έφυγε. -...θα γυρίσω σε λίγο, μου είπε, όταν ηρεμήσω...

Η Σίλια, κρατώντας το χέρι που της πρόσφερα για συμπαράσταση, συνέχισε το πικρό ξετύλιγμα των αναμνήσεων...

-Μετά από το θάνατο της μαμάς μου, η μόνη μου παρέα ήταν ο Μιχαλάκης κι ο Σέην, το «τουρκάκι μας». Ανέβαινα στη κρεβάτα της συκιάς, δραπετεύοντας από τον κόσμο. Ο βαρύς της ίσκιος δεν με πείραζε. Άπλωνα τα βιβλία μου, κι έψαχνα με το νου πού θα μπορούσα να πάω, να φύγω μακριά... αυτός ο τόπος ήταν στη καρδιά μου, μα στο βάθος του μυαλού μου, είχαν ριζώσει οι αναστεναγμοί και οι ιστορίες της γιαγιάς...
Πήρε βαθιά ανάσα και ανακάθισε. Ένιωθα την υπερένταση από το σφίξιμο του κορμιού της… Η Σίλια ξαναζούσε το παρελθόν…

" ... Ήταν Παρασκευή απόγευμα,19 του Ιούλη του .74 ... μόλις λίγες ώρες μετά τα γενέθλιά μας με τον αδελφούλη μου... έτσι άδοξα, πέρασαν και τούτα τα γενέθλια... Ο πατέρας, τρομερά ανήσυχος, δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ... πριν ξημερώσει, έφυγε για την Κερύνεια... α! Η Κερύνεια! Πόσα είχα μάθει γι αυτήν την αδελφή-πόλη! Πήρα βραβείο για μια εργασία που έκανα στο σχολείο πριν τελειώσει η χρονιά... κι εγώ, εκείνη τη μέρα, μαζεύοντας σύκα σ’ ένα μεγάλο καλάθι... θα έδινα κάμποσα στη μάνα του Σέην, πάντα ευγενική μα λιγομίλητη, και τ’ άλλα θα τα πήγαινε ο πατέρας στο μαγαζί, για τους φίλους και τους πελάτες του, -που τελευταία δεν αγόραζαν τίποτα...
Θυμάμαι, ήμουν στην αγαπημένη μου «πολιτεία»... πάνω στη κρεβάτα της συκιάς το καλάθι ξέχειλο πλάι μου, τα σανδάλια μου προσκέφαλο, η βαμβακένια τσιγγάνικη φούστα, που μου την είχε φτιάσει η χρυσοχέρα η μανούλα μου... κάλυπτε τ’ άσπρα πόδια μου από τις μύγες και τα κουνούπια... κι εκεί πάνω, κουλουριασμένη, δεν ξέρω πόση ώρα ήταν, αποκοιμήθηκα...
Αλλόκοτα βουητά περαστικών αεροπλάνων με ξύπνησαν. Ανασηκώθηκα μουδιασμένη, πήρα το καλάθι κι άρχισα να κατεβαίνω τα ξύλινα σκαλιά. Νομίζοντας ότι ήμουν μόνη μου, ταράχτηκα όταν άκουσα την υστερική φωνή του Μιχαλάκη μου, να βρίζει τον Σέην με τα χειρότερα λόγια...
-..τί της έκανες της αδελφούλας μου, βρωμότουρκε, φίδι στο σπίτι μας... την αδερφή σου! Βρέ!
Γι’ αυτό μας είχε φίλους... να συνεχίσεις το έγκλημα με την άτιμη ράτσα σου! πού, βρε! στην αδερφή μου!!! Θα σε ξεκοιλιάσω, βρωμότουρκε, κι εσένα! Εδώ και τώρα!...

Ο Σέην -θυμάμαι- κοιτούσε σαν χαζός, μια εμένα, μια τον Μιχαλάκη που άφριζε...

–κοίτα, βρε άτιμε! Σκύλε! Η φούστα της είναι γεμάτη αίματα! Τι νόμισες… ότι θα έκρυβες το έγκλημά σου;!!!
...και δίχως να σκεφτεί, άρπαξε ένα ξερόκλαδο που βρέθηκε μπροστά του, πέρασε μέσα από την τρύπα τού φράχτη κι όρμησε στον απολιθωμένο Σέην... Μια με το ξύλο, μια με τις γροθιές του, ο Μιχαλάκης χτυπούσε τον ζαλισμένο Σέην με τόση μανία, ως που παραπατώντας, έπεσαν κι οι δυο στο πηγάδι...
Άφωνη στα μισά της σκάλας, άφησα το καλάθι να πέσει στο χώμα κι έγειρα να δω! Και τα δυο παιδιά, λες κι αγκαλιασμένα, ακίνητα στο ξεροπήγαδο! Παρ’ όλη τη σαστιμάρα μου, έσυρα τη σκάλα ως που ν’ ακουμπήσει στον πάτο του πηγαδιού, ταρακού-νησα τα παιδιά, πρώτα τον Μιχαλάκη μου, μετά τον Σέην... τίποτα! Κανένας τους δεν κινήθηκε!
Και τώρα; Πώς πάνε στο σπίτι; Και τί να πω του πατέρα; Αφού δεν ήξερα καλά-καλά τί έγινε... πώς έγινε!

Τίποτε δεν σταματούσε την Σίλια! Μα κι εμείς, παρακολουθούσαμε αμίλητοι.
-Ε! Ο ήλιος κατέβηκε! Η νύχτα πλησίαζε, απειλητική, άγρια... Λες κι ο ουρανός μαύρισε κι άνοιξε τ’ άντερά του... κάτι αεροπλάνα έριχναν οβίδες, τη μία κοντά στην άλλη... να σκάνε δίπλα μου, πλάι μου, πίσω μου... έτρεχα για το σπίτι μας σαν παλαβή...
Θυμήθηκα, το προηγούμενο βράδυ, ο πατέρας κάτι ψιθύριζε με τον αδελφό μου μα κι οι δυο δεν ήθελαν να μου πουν περισσότερα...
Βλέπετε, μάθαινε τα νέα κι από τους πελάτες που δήθεν πήγαιναν να ψωνίσουν στο μαγαζί ... καταλάβαινα όμως ότι κάτι πολύ σοβαρό θα γινόταν, και μάλιστα σύντομα...
… και τώρα; ΠΟΥ ήταν ο πατέρας; ΠΟΥ να πάω; ΠΟΥ να κρυφτώ; Έτρεξα πίσω στο σπίτι... Κρύφτηκα πίσω από το ψυγείο της κουζίνας περιμένοντας τον πατέρα... οι ώρες περνούσαν και τ’ αεροπλάνα γινόντουσαν όλο και πιο πολλά... δεν σταματούσαν να σπέρνουν οβίδες και καταστροφή... Ξημέρωνε ένα Σάββατο σημαδιακό! Κι εγώ; από ένστικτο, υποθέτω, αντέδρασα σαν θυμήθηκα τα ταραγμένα λόγια της μανούλας μου:

«-άκουσε, παιδάκι μου... αν συμβεί κάτι πολύ κακό... η τουρκιά θέλει να μας φάει ζωντανούς... άνοιξε βαθιά το μυαλό σου και να μου ορκιστείς ότι δεν θα πεις αυτά που θα σου πω σε
ΚΑΝΕΝΑ! Ούτε και στον πατέρα σου, μα ούτε και στον αδελφό σου, όσο και να τους αγαπάς... Οι άντρες, έχουν αλλιώτικη δύναμη, οι γυναίκες -και μάλιστα οι μικρές, σαν κι εσένα, δεν έχουν μοίρα... άκου! πίσω από την κασετίνα με τα στεφάνια μας... υπάρχει ένα βραχιόλι κι ένα δαχτυλίδι με σκαραβαίο... μοιάζουν σκουριασμένα, μα είναι πολύτιμα... τα έφερε η γιαγιά σου από την Αίγυπτο κρυμμένα στο μεσοφόρι της... κοίτα, πίσω από το ψυγείο, είναι μια μαγκούρα από καλαμιά... μοιάζει ένα άχρηστο καλάμι... μέσα του, έχει την προίκα σου... είναι βουλωμένο κι απ’ τις δυο του άκρες με ειδική κόλλα... μέσα στη κοιλιά του είναι κρυμμένα σε μια μεταξωτή κοτσίδα είκοσι κωνσταντινάτα... όταν γίνεις είκοσι χρονώ να τα ανοίξεις... και να ευλογάς τη γιαγιά σου τη Βασιλία... όταν κι εγώ θα φύγω, θάμαι πάντα δίπλα σου... να με ρωτάς, κι εγώ θα σου απαντάω... μα μόνο εσύ θα μ’ ακούς... όπου νάναι, θα γίνεις κι εσύ γυναίκα... εγώ, στα έντεκα μου «αδιαθέτησα» …κι έχωνα χούφτες από το μπαμπάκι της σακούλας, στο εσώρουχό μου... φοβόμουν μη πει η μάνα μου ότι μου έκαναν κάτι κακό...»

Θυμάμαι πόσο έκλαιγα κι εγώ, σφιγμένη πάνω της...
μόνο που τα δικά της μάτια, ήταν θλιμμένα μα στεγνά...

Ο πατέρας, φαίνεται δεν θα είχε καταφέρει να ‘ρθει πίσω στο σπίτι ... σίγουρα θα έψαχνε να μας βρει... Εγώ, μόνο όταν είδα το κοκαλιασμένο αίμα πίσω στη φούστα μου, σαν ανοιχτή παλάμη... τότε κατάλαβα το τί θα νόμισε ο Μιχαλάκης μου...

Έπρεπε να κάνω κάτι!
Μάζεψα τα μακριά μαλλιά μου σε μια κοτσίδα, της τράβηξα μια ψαλιδιά... έβαλα την κοτσίδα μου σε μια καφέ πάνινη τσάντα που πηγαίναμε για ψώνια, έριξα μέσα χεριές μπαμπάκια και κάτι ασπρόπανα... ένα μπουκάλι με νερό, λίγο ψωμί... άλλαξα, φόρεσα τα ρούχα και τα πάνινα παπούτσια του αδελφούλη μου, μια τραγιάσκα του πατέρα... έχωσα και μια γερή χούφτα μπαμπάκια στο εσώρουχό μου... και με μαγκούρα την καλαμιά πήρα τον ανήφορο ανάμεσα στους κυπαρισσώνες δίχως να ξέρω καλά-καλά κατά πού πήγαινα...


Όταν ακούς το βουητό και βλέπεις ένα τσουνάμι να έρχεται κατά πάνω σου, -και να ξέρεις ότι θα πνιγείς μαζί του-, χάνεις και τη λαλιά σου...

Η Σίλια, σαν δαιμονισμένη ψυχή, ξαναζούσε τις τραγικές της ώρες, και δεν μ’ άφηνε στιγμή να τη διακόψω... άλλωστε, τί να έλεγα! Απαντούσε στις αμίλητες ερωτήσεις μου μόνο κοιτάζοντας τα μάτια μου... κι ο Δημήτρης, αργούσε... όπως κι ο ήλιος στον ορίζοντα...


- ... το μοιρολόι και οι βλαστήμιες του μπάρμπα-Κάκου που έδερνε το ζώο του, ένα σαράβαλο γάδαρο, με σταμάτησαν... συνέχισε την ιστορία της, ακούραστη και ονειροπαρμένη η Σίλια...


–Κατά πού πα’αίνεις, γιόκα μ’, μονά’ο σου στο μονοπάτι! Στόμαν έ’εις και λαλιάν δεν έ’εις... έλαν, πάμεν κατά με... Κάκο, με λέν’…
Το πώς και πότε φτάσαμεν κοντά στα στρατόπεδα, ούτε που θυμάμαι... Φωνή και δάκρυα, είχαν πετρώσει μέσα μου. Ότι και να έλεγεν ή και να με ρώταγεν ο μπάρμπα-Κάκος... κουνούσα το κεφάλι μου... κι αυτός, κοιτούσε τα μάτια μου και καταλάβαινε.

Εγώ, συνέχεια σκεπτόμουν το Μιχαλάκη μου και την αιτία που η Φύση έκαμεν για να σκοτωθούν τα δυο παιδιά... δεν ήξερα πώς να το πω και τί θα μπορούσα να κάνω για να διορθώσω το αυτό κακό... δεν μ’ ένοιαζε καλά-καλά ούτε για το πού να ήταν ο πατέρας... αυτός ήταν άνδρας...
«...οι γυναίκες έχουν άλλην μοίραν... ορκίσου μου...» άκουγα τη φωνή της μάνας μου καθαρά στ’ αυτιά μου...

Ακολουθούσα τον μπάρμπα-Κάκο σαν δαρμένο σκυλί, όπου κι αν πήγαινε...
Κάποιοι στρατιώτες μας πλησίασαν, κάτι είπαν μαζί του, με πήραν χωριστά, μ’ έκρυψαν σε κάτι σπηλιές που είχαν φτιάσει με κλαδιά...

«...έχουμε μια γυναίκα, μιαν αμερικάνα να σε «διοθετήσει...» μου είπαν,


«... έχει μιαν άρρωστην κόρην, να την βοηθάς εκεί ... -κρυφά έχουν οργανωθεί, να σας φυγαδεύσουν... ειδικά για σας, τα παιδιά... »


-Κι εσύ, τί λες, είπε η Σίλια, κοιτάζοντάς με, να …ρωτούσα λεπτομέρειες; Αφού δεν είχα άλλη λύση! ήταν η ευκαιρία να φύγω... να φύγω όσο μακριά μπορούσα... η μοίρα μου ήταν διαφορετική, αφού κι η μάνα μού το είπε... και της τ’ ορκίστηκα! Εμείς, οι γυναίκες έχουμε άλλη μοίρα!...

Βροντούσαν στ’ αυτιά μου τα λόγια της: «… Εμείς, οι γυναίκες, έχουμε άλλη μοίρα…!!!»

-Όμως, τη πρώτη φορά που είδα τον κυρ-Μάθιου, συνέχισε η Σίλια, νόμισα ότι συναντούσα κάποιο δικό μου άνθρωπο. Ήταν μικρόσωμος, με κοντοκομμένα μαλλιά και μια χωρίστρα που όλο και την έστρωνε να ισιώνει...

«-...θα μένεις πλέον, εδώ, στης ξεναδελφής μου το διαμέρισμα, μου εξήγησε... είναι χήρα κι έχει το κορίτσι που δεν μπορεί ούτε να μιλήσει, ούτε να περπατήσει... Ως που να ταχτοποιηθούν τα χαρτιά σου, θα σε φροντίζουμε εμείς. Σιγά-σιγά θα συνέλθεις, θα βρεις δουλειά και τα βράδια θα πηγαίνεις σχολείο. Εδώ, τα παιδιά πρέπει να μορφώνονται... άλλωστε, δεν είναι μακριά, θα πηγαίνεις με τα πόδια...»

Κάπως μέσα μου ησύχαζα. Εδώ, θα είμαστε όλες γυναίκες... ήμουν βέβαιη ότι αφού η μοίρα των γυναικών είναι διαφορετική (!), ότι θα τα πήγαινα καλά μαζί τους... Αρκεί να κρατούσα τον όρκο της μάνας μου.

Μέχρι στιγμής, όλα πήγαιναν καλά... Σιγά-σιγά άρχισα να μιλάω μονολεκτικά... προς μεγάλη τους έκπληξη, άρχισα να ξαναγυρίζω στη γυναικεία μου υπόσταση, τα μαλλιά μου μεγάλωναν, δεν έμοιαζα το ψηλόλιγνο αγόρι που με συνάντησαν στην αρχή... μάλιστα γρήγορα έμαθα να φροντίζω και το δεκαπεντάχρονο κορίτσι που ήταν καθηλωμένο από γεννησιμιού του στην μεγάλη πολυθρόνα. Ερχόμαστε κι οι τρεις τα πρωινά στο πάρκο, μέχρι που έμαθα να πηγαίνω μόνη μου, δηλαδή εγώ κι η Αννούλα της κυρα-Πολυξένης...
Είχα το δωματιάκι μου, πάντα ήμουν λιγόφαγη, τους γέμιζα δεκάδες «ευχαριστώ» κάθε μέρα... κι ο καιρός περνούσε ήρεμος, σιωπηλός...


Το βλέμμα της άχρωμο, πετούσε…


-Έχεις ακόμη το δαχτυλίδι; Ρώτησα στα γρήγορα...
–Όχι, το έδωσα στον κυρ-Μάθιου, πού το πούλησε, δεν ξέρω... μα μου είπε ότι έχει βάλει ένα καλό λογαριασμό στο όνομά μου... από κει, κάθε μήνα έρχονταν μια επιταγή, την πηγαίναμε στην τράπεζα, από κει και πέρα το ίδιο, μέχρι σήμερα...

Άρχιζα και πήγαινα στο σχολείο... με την κυρα-Πολυξένη, διαβάζαμε μαζί, ζούσαμε μαζί, που και που μας πήγαινε καμιά βόλτα ο κυρ-Μάθιου, μα δεν είχε και χρόνο... έμενε «άπστέιτ», είχε οικογένεια μα δεν μας πήγαινε εκεί. Δεν τα είχαν καλά με την κυρα-Πολυξένη...
«- και τώρα που έχει «φύγει» ο Μάθιου; ρώτησα ...
«-...το κορίτσι, την Αννούλα... το έχουν πάει σ’ ένα ίδρυμα, δεν ξέρω αν ζει... η κυρα-Πολυξένη «έφυγε» σχεδόν μαζί με τον Μάθιου... μένω μοναχιά μου... συμπλήρωσε η Σίλια.


Άντε, τώρα, να βάλεις σε σειρά τη ζωή και τα παρακλάδια της τύχης.


« –Μα ... δεν ερεύνησες ποτέ σου, τί μπορεί να έγινε ο πατέρας σου;... αν ζει... τί ξέρεις για το σπίτι που έχετε στην Κύπρο; ... πώς! Δεν σε νοιάζει για τίποτα;
«- τί να με νοιάζει!... ο αδελφούλης μου χάθηκε από αιτία δική μου... ο πατέρας μου, θα έχει πεθάνει... ποιον έχω να νοιαστώ! ...

Το σπίτι; το χώμα; Ποιος νοιάζεται; Ετούτο το κομμάτι του πάρκου, εδώ, από κάτω έχει σκουπίδια, από πάνω έχει λουλούδια… έχει κι εκθέματα που τ’ αλλάζουν κάθε Μάη...

διαβάζω καμιά εφημερίδα... χάλια γράφουν, δεν διαβάζονται... αφού τα πάντα έχουν αλλάξει! Εγώ; Πες μου, Τί διαφορετικό να κάνω;... μόνο αν ζούσε ο Μιχαλάκης μου, θα έτρεχα να τον αγκαλιάσω... να του πω ότι τότε δεν έφταιξα σε τίποτα... ότι δεν έκανα τίποτα κακό... ούτε τότε, ούτε και εδώ, τώρα... Κράτησα τον όρκο που έδωσα στη μάνα μου πέρα για πέρα... γι’ αυτό δεν μιλάω σε κανέναν... έτσι με συμβούλευε κι ο κυρ-Μάθιου, έτσι κάνω!...


-Μα είσαι νέα γυναίκα, κι όμορφη, Σίλια. Κάποιος θα είναι και για σένα.


Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι οι γυναίκες έχουν ξεχωριστή μοίρα, κι ότι κι αυτή δεν μπορούσε ν’ αποφύγει τα γραμμένα.

–Ένα θα σας ζητήσω, και να μου ορκιστείτε, όπως έκανα κι εγώ, με την μάνα μου, ότι δεν θα πείτε τίποτα απ’ όλα αυτά σε ψυχή! Εγώ, θέλω να κάνω κάτι για τα παιδιά του πολέμου. Αν πάθω τίποτα, θα πετάξουν και το καλαμο-μπαστούνι μου... θα πετάξουν και το βραχιόλι... άνθρωπος δεν πατάει στο διαμέρισμα, φίλους δεν έχω να μιλάω παρά μια μεγαλόσωμη κούκλα που έμεινε στο κρεβάτι, πλάι, στο χαμηλό παράθυρο, από τότε που «έφυγε» το κορίτσι... εδώ είναι τα χαρτιά μου, τα μολύβια μου, το πάρκο, το ποτάμι... και το νεροπήγαδο στη γωνία, εκεί πέρα...

Ποιος χρειάζεται περισσότερα να ζήσει;
... άσε που στα πλαϊνά διαμερίσματα, μυρίζει αιματίλα κάθε Παρασκευή... κοκόρια σκούζουν άγρια, -είδα μια μέρα από τη μισάνοιχτη πόρτα έναν σκουρόχρωμο με κάτι μεγάλα φτερά στο κεφάλι του, να πίνει ένα κόκκινο ποτό... να λερώνονται τα γένια του... και να λέει κάτι ακαταλαβίστικα λόγια σε μια που ντύνεται σαν γύφτισσα... τρόμαξα τόσο που είχα δυο μέρες να βγω έξω...

Φοβάμαι, ξέρετε, έχουν αγριέψει πολύ τώρα τελευταία...

Βγαίνουν τις νύχτες δυο-δυο, μιλούν σιγανά γέρνοντας ο ένας στο αυτί του άλλου λες κι ερωτευμένοι που πηγαίνουν βόλτα… παρακολουθούν τη γιόμιση του φεγγαριού προσεκτικά και πάνε στο μονοπάτι πίσω από τους θάμνους... δεν ξέρω... μάγια κάνουν; Δεν ξέρω... !!!

γι’ αυτό βγαίνω νωρίς…

...μια μέρα σκόνταψα πάνω σε μικρά καύκαλα, ισχνά κόκκαλα και μια ξεσχισμένη σακούλα με λερωμένα πούπουλα... τα έσπρωξα, να κυλήσουν κάτω, στο νερό μη βρω κι εγώ κάνα μπελά …ένα ξέρω ότι φοβάμαι κάθε μέρα και περισσότερο...


Η φωνή της κόμπιαζε. Έσκυψε το κεφάλι σαν γριά καμπουριασμένη, η Σίλια, κι είναι ακόμη τόσο νέα! Απομακρυνθήκαμε μουδιασμένοι. Είχαμε ακούσει ότι η αστυνομία έκανε αιφνιδιασμούς σε δύο τουλάχιστον πολυκατοικίες, μια για την μυρωδιά, μια για στοιχήματα… δήθεν για παράνομους, από τα «νησιά»… μα οι άνθρωποι δεν μιλούν, δεν δίνουν λεπτομέρειες… σίγουρα θα φοβούνται τ’ αντίποινα από τους δράστες της νύχτας…


-Πρέπει να πάμε σε δικηγόρο, συμφωνήσαμε με το Δημήτρη.

Μονάχα, δεν του πούμε για ...καλαμο-μπάστουνο κ.λ.π. ... μπορεί να είναι και τη φαντασίας της... μη βρεθούμε μπερδεμένοι...

Έχει δίκιο για τα μαγιλίκια... Έχω ακούσει ότι η «Βούντου» είναι η ...θρησκεία τους, την έχουν δήθεν απορρίψει, μα τους πιέζουν, τους φοβίζουν με τα μάγια από τα νησιά... την συνεχίζουν κι εδώ, αλλά στα κρυφά...

Θα μάθουμε ποιος χειρίζεται την πολυκατοικία, ήξεραν την κυρα-Πολυξένη, κάποιος θα ξέρει και την Τράπεζα της... Μπορεί κι ο Ταχυδρόμος να μας βοηθήσει. . .




Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες. Περνώντας με το αυτοκίνητο, βλέπαμε τη Σίλια στην ίδια πάντα θέση, αλλά δεν σταματούσαμε. Τί να πεις άλλωστε σε μια κοπέλα που μεγάλωσε κάτω από τέτοιες συνθήκες! Τί οικογένεια γνώρισε, τί πατρίδα!


Εδώ, εμείς φύγαμε για ένα καλύτερο «αύριο» κι έχουμε τόσες αμφιλεγόμενες απόψεις...

κι αυτή, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που η μητέρα-φύση από τη μια μεριά κι η ποταπή εισβολή από την άλλη, την ξερίζωσε σαν άχρηστο δεντρί...


Εμείς, δεν μοιάζουμε σαν να μας έχουν διώξει από το πατρικό μας; Δεν μας θεωρούν σαν ξένους τα ίδια τ’ αδέρφια μας;... Αν δεν επικοινωνούσαμε εμείς, δεν θα μοιάζαμε σαν άλλοι «αγνοούμενοι»! Αχ! Κάπου έχει δίκιο η Σίλια! Το ξερίζωμα είναι σκληρό. Κι αν το «φυτώριο» είναι «ασθενικό» δεν είναι εύκολο να βρει το δρόμο του, στην κοινωνία...

Η μεγαλύτερή μας ικανοποίηση ήταν να συμφωνήσουμε να πάμε μια μέρα με τον κύριο Ιωάννου, έναν ευυπόληπτο δικηγόρο της περιοχής, να συναντήσουμε τη Σίλια...

Οι ειδήσεις που είχε, ήταν πολύ ευνοϊκές. Υπήρχε ένας περίπου πενηντάρης Συχαριώτης, με το όνομα του αδελφού της, με γυναίκα και δυο παιδιά, τον Αργύρη και τη Σίλια, που είχαν κάνει προκοπή σ’ ένα προάστιο κοντά στο Λονδίνο, σε μια κυπριακή κοινότητα...

Ανακάλυψε ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση τους είχε δώσει ένα διαμέρισμα ως αντάλλαγμα για την περιουσία που έχασαν... κι ότι εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια, πήγαιναν εκεί για ένα μήνα, κάθε Αύγουστο, «για τα παιδιά» -όπως έλεγαν... Αν τον εμπιστευθεί η ίδια η Σίλια, θα της προτείνει να βγάλουν εισιτήρια για τούτο τον Αύγουστο και να πάνε μαζί για τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή της!


-Πώς αισθάνεσαι τώρα; Ρώτησα τη Σίλια που έμοιαζε περισσότερη χαζή από ποτέ!

Στην αγκαλιά της είχε τη μεγαλόσωμη κούκλα της Αννούλας και της χτένιζε προσεχτικά τα μαλλιά…
-Κοίτα την! Μου λέει… Της έλεγα ένα τραγούδι που τόχω φτιάξει μόνη μου, κι αυτή έκλεισε τα γυάλινα τα μάτια… να σας το τραγουδήσω;

Είχε τόση λαχτάρα η φωνή της που δεν μπορούσαμε ν’ αρνηθούμε…


«… ύπνε που παίρνεις τα μωρά… έλα πάρε μου κι ετούτο… μικρούλι σου το έδωσα… μεγάλο φέρε μούτο… Νάνι-νάνι το μωρό μου, πόσο τ’ αγαπώ… νάνι-νάνι το παιδί μου, πόσο τ’ αγαπώ…
-Σίλια! Είναι υπέροχο! Το λέγατε στην Κύπρο;
-σσσουτ! Μου έκανε με νόημα, δείχνοντας την κούκλα…

«-κλείσε τα ματάκια σου, μωρό μου και κοιμήσου, είν’ ο Χριστούλης πλάι σου κι η Παναγιά μαζί σου… Νάνι-νάνι το μωρό μου, πόσο τ’ αγαπώ! Νάνι-νάνι το παιδί μου, πόσο τ’ αγαπώωωωω……. »


Μόνη μου το έβγαλα κι μελωδία είναι καταδική μου!!! Σας άρεσε;

Τα γυάλινα μάτια της ξαπλωμένης κούκλας ήταν κλειστά, τα μάτια της Σίλια, στεγνά. Η φωνή της ήταν τρεμάμενη, μα τόσο γλυκιά, τόσο τρυφερή…


Δεν μπόρεσα, έγειρα να την αγκαλιάσω, μ’ αυτή, λες και το περίμενε, έβαλε την κούκλα στην παλιά απλωμένη κουβέρτα, πήδηξε όρθια και μ’ αγκάλιασε με μια δύναμη που νόμιζα ότι θα λιποθυμήσω!

-… δεν τόχω πει σε κανένα άλλο τούτο το νανούρισμα… της το τραγουδάω σιγά τις νύχτες πριν με πάρει ο ύπνος…

Η συνάντηση με τον Δικηγόρο έγινε στην ίδια τοποθεσία, κατά το απόγευμα της πρώτης Αυγουστιάτικης Δευτέρας.

Έτσι ήθελε η Σίλια, έτσι κάναμε, κυρίως για να μην αλλάξει γνώμη…


-Ρώτησες για τον Σέην; ρώτησε πρώτη εκείνη κοιτάζοντάς τον κύριο Ιωάννου στα χείλη... Αν αυτός ο Μιχάλης ξέρει τον Σέην, το «τουρκάκι μας», αυτός θα πρέπει να είναι ο Μιχαλάκης μου! Αυτός θα πρέπει να είναι ο αδερφούλης μου!!!!!!!!!!
Δεν περίμενε απάντηση! Η καρδιά της, έλεγε «ναι!»


Αν έχετε δει τρελό άνθρωπο να στριφογυρίζει, να χορεύει, να σκαρφαλώνει στο βραχάκι του πάρκου σαν αγριοκάτσικο και να πηδάει σκουντουφλώντας στο γρασίδι... αν έχετε δει πεταλούδα ζαλισμένη από το νέκταρ των λουλουδιών, να την βαραίνει η ίδια της η χαρά... ...έτσι είδαμε τη Σίλια, … να καθίσει κατάχαμα, να βάλει το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της και να μη σταματάει τους λυγμούς που είχαν χτίσει άλλο ένα μαύρο πηγάδι στην αμόλυντη καρδιά της...

Αφήσαμε τον κύριο Ιωάννου μαζί της. Ξέραμε ότι ήταν σε τίμια χέρια. Με την υπόσχεση ότι θα μας ενημερώνουν τακτικά, πήραμε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.

Αυτή η γη που ριζώσαμε, ήταν πλέον και δική μας γη, κι αυτό το αμφίδρομο, πλατύ ποτάμι, ήταν το ίδιο γαλανό, σαν το νερό της δική μας θάλασσας...

Μπορεί ο τόπος αυτός να ήταν η θετή μάνα, η μητριά... με ποικίλα τα συναισθήματα, με σταθερούς τους στόχους... Μα είναι μια καλή μάνα…
Το δε, «πάρκο του Σωκράτη», ήταν κι αυτό μέρος από τη δική μας πατρίδα!

κι όσο το... ενοίκιο θα ήταν το ΕΝΑ δολλάριο τον χρόνο, κι όσο οι επίδοξοι νέοι της Τέχνης θα το καθάριζαν και θα το ανανέωναν με καινούρια γλυπτά κι άλλα εκθέματα... οι φορσίθιες, τα πλατάνια, οι μουριές, οι αζαλέες, οι ορτανσίες, ...οι βολβοί και τόσα άλλα που έχουν φυτέψει οι εθελοντές-καλλιτέχνες... θα καταγράφουν τους ψιθύρους του Ήστ Ρίβερ που μας πείθει ότι ο ουρανός είναι παντού γαλάζιος, ότι τα άσχημα της ζωής σιγά σιγά καταπίνονται στον βυθό,


ότι η συνέχεια είναι μια ακατάπαυστη ελπίδα κι ας είναι αμφίδρομη...


Ο καλός καπετάνιος, δοκιμάζεται, μα προχωρεί...


Γύρω μας, τα σπουργίτια συνέχιζαν να χαριεντίζονται...

Οι γλάροι έκοβαν σπαθιές την εικόνα τής απέναντι πόλης της Νέας Υόρκης, μα δεν την μάτωναν...
Δεν λέγαμε πολλά…

Μέσα μας, κάτι μας βεβαίωνε ότι η Σίλια δεν θα μας ξεχνούσε...

Δεν υπάρχουν σχόλια: